του Όθωνα Καίσαρη
Κυρίαρχες λέξεις στο ελληνικό πολιτικό σύστημα είναι η «πατρίδα», το «κοινωνικό κράτος» και η «ανατροπή». Δύσκολα θα βρει κανείς ένα κόμμα που όχι μόνο να δηλώνει «φιλελεύθερο», αλλά να έχει και σοβαρές προοπτικές εισόδου στη Βουλή, καθώς οι σχηματισμοί αυτοί μετά βίας αγγίζουν το 1%. Ο πολιτικός φιλελευθερισμός υπάρχει στην Ελλάδα ως ιδέα, αλλά απουσιάζει πλήρως ως ρεύμα εξουσίας, γεγονός που δεν είναι καθόλου τυχαίο.
Το πρόβλημα ξεκινά από την ίδια τη λέξη. Στην Ευρώπη, ο φιλελευθερισμός σημαίνει ανοιχτές αγορές και ανοιχτή κοινωνία: ατομικά δικαιώματα, κράτος δικαίου, διαχωρισμό κράτους-εκκλησίας και ένα μικρότερο αλλά αποτελεσματικό κράτος. Αντίθετα, στην Ελλάδα της μετά το 2010 εποχής, ο όρος έγινε συνώνυμος των μνημονίων και της λιτότητας. Έρευνα της διαΝΕΟσις έδειξε ότι το 62% των πολιτών έχει αρνητική γνώμη για τον «νεοφιλελευθερισμό», αναγκάζοντας ακόμη και τους πολιτικούς που πρεσβεύουν τέτοιες ιδέες να αποφεύγουν τον όρο.
Η μεταπολεμική ιστορία της χώρας στηρίχθηκε σε έναν άκρατο διπολισμό δεξιάς-αριστεράς. Μεταπολιτευτικά, το μοντέλο αυτό εδραιώθηκε πάνω στην ιδέα του «κράτους-προστάτη». Διαδοχικές κυβερνήσεις, με στόχο την εκλογική αυτοδυναμία, προτίμησαν να διογκώσουν το κράτος μέσω διορισμών, επιδοτήσεων και συντεχνιών, αντί να το μεταρρυθμίσουν. Όταν ξέσπασε η οικονομική κρίση, οι αναγκαίες αλλαγές παρουσιάστηκαν στο κοινό ως μια «έξωθεν εντολή». Κανένα εγχώριο αφήγημα δεν κατάφερε να εξηγήσει πειστικά στους πολίτες ότι το κράτος έπρεπε να αλλάξει εκ βάθρων για το δικό τους όφελος.

Η απουσία μιας ισχυρής φιλελεύθερης φωνής αποτυπώνεται ανάγλυφα στην καθημερινότητα της χώρας μέσα από τρεις βασικούς άξονες:
Οικονομία και Αγορά: Η φορολογική αστάθεια αποτελεί σημαντικό πρόβλημα, καθώς η νομοθεσία αλλάζει σχεδόν κάθε χρόνο, ενώ παράλληλα διατηρούνται έξι διαφορετικοί συντελεστές ΦΠΑ. Την ίδια στιγμή, τα κλειστά επαγγέλματα, όπως τα φαρμακεία, οι συμβολαιογράφοι και τα φορτηγά Δημοσίας Χρήσης (Δ.Χ.), εξακολουθούν να λειτουργούν υπό ιδιότυπους γεωγραφικούς περιορισμούς. Η κατάσταση αντανακλάται στη χαμηλή ανταγωνιστικότητα της χώρας, καθώς σύμφωνα με τον Δείκτη Οικονομικής Ελευθερίας 2026 του ΚΕΦίΜ/Fraser Institute, η Ελλάδα κατατάσσεται στην 61η θέση παγκοσμίως και στην 25η θέση μεταξύ των 27 κρατών-μελών της ΕΕ.
Κοινωνία και Ατομικά Δικαιώματα: Στο πεδίο των σχέσεων Κράτους και Εκκλησίας, το Σύνταγμα αναγνωρίζει ακόμη την ύπαρξη «επικρατούσας θρησκείας», την ώρα που χώρες όπως η Ιταλία και η Ισπανία έχουν κατοχυρώσει συνταγματικά την πλήρη ανεξιθρησκεία και τον αμοιβαίο αυτοδιοικητικό σεβασμό. Παράλληλα, παρατηρούνται ημιτελείς μεταρρυθμίσεις. Ο νόμος για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια ψηφίστηκε το 2024 με αστερίσκους, παρακάμπτοντας την αναθεώρηση του άρθρου 16.
Θεσμοί και Δημόσια Διοίκηση: Η βραδύτητα και ο κομματισμός συνεχίζουν να δυσχεραίνουν τη λειτουργία της χώρας, με το κράτος δικαίου και την ταχύτητα απονομής της δικαιοσύνης να αποτελούν τεράστιες προκλήσεις. Το πρόβλημα εντείνεται από την απουσία σχετικής ατζέντας, καθώς ζητήματα όπως η πραγματική αποκομματικοποίηση, η αξιολόγηση με ανάλυση κόστους-οφέλους πριν από την ψήφιση κάθε νόμου, καθώς και η οικονομική αυτονομία των Ανεξάρτητων Αρχών, δεν βρίσκονται καν στο επίκεντρο του δημόσιου διαλόγου.
Η αποτυχία δημιουργίας ενός συμπαγούς φιλελεύθερου πόλου οφείλεται κυρίως στο εκλογικό σύστημα (το μπόνους εδρών συμπιέζει τα μικρά κόμματα) και στον εσωτερικό κατακερματισμό. Από το 2010, κόμματα όπως η Δράση, η Δημιουργία Ξανά, η Φιλελεύθερη Συμμαχία και το Ποτάμι αναλώθηκαν σε προσωπικές κόντρες «φιλελευθερόμετρου», χωρίς μεσοπρόθεσμη ώσμωση και συμμετοχή της κοινωνίας.

Επιπλέον, τόσο κατά την κρίση όσο και μετά από αυτή, η δυνητική πολιτική βάση των φιλελεύθερων αντιμετωπίζει ζήτημα διαβίωσης: οι ελεύθεροι επαγγελματίες επιζητούν προστασία από τον ανταγωνισμό, η μεσαία τάξη έχει αποδεκατιστεί, ενώ οι νέοι βλέπουν το Δημόσιο ως το μόνο ασφαλές καταφύγιο, συντηρώντας το πατερναλιστικό μοντέλο των επιδομάτων.
Σήμερα, υπάρχουν μόνο διάσπαρτες «φιλελεύθερες νησίδες» πολιτικής. Στη ΝΔ, η ψηφιοποίηση και η μείωση του ΕΝΦΙΑ συνυπάρχουν με μια έντονα επιδοματική πολιτική. Στο ΠΑΣΟΚ, οι προοδευτικές φωνές για τα δικαιώματα δεν είναι τόσο δυναμικές όσο απαιτούν οι συνθήκες, ενώ οι δεξαμενές σκέψης (ΚΕΦίΜ, διαΝΕΟσις) παράγουν προτάσεις πολιτικής που υιοθετούνται μόνο αποσπασματικά.
Ο φιλελευθερισμός στην Ελλάδα δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται απλώς ως μια οικονομική ιδεολογία, αλλά ως μια βαθιά ρήξη με το πολιτικό παρελθόν της χώρας. Προϋπόθεση για να αλλάξει η πορεία της χώρας είναι η εμφάνιση μιας πολιτικής δύναμης που δεν θα υποσχεθεί τι θα μοιράσει, αλλά τι θα γκρεμίσει: τον κομματισμό, τον κρατισμό και τον συντεχνιασμό. Δεν χρειαζόμαστε ένα κόμμα διαμαρτυρίας, αλλά έναν σοβαρό σχηματισμό που θα προτάσσει αλήθειες, θα ευνοεί την συναίνεση και τον διάλογο, θα εκφράσει τις παραγωγικές δυνάμεις της κοινωνίας και θα συγκρουστεί ανοιχτά με το παλαιό μοντέλο που μας οδήγησε στην χρεοκοπία.
Όθωνας Καίσαρης